Κυριακή, 8 Δεκέμβριος 2019

Η ενδοοικογενειακή βία κατά των γυναικών ως αόρατο έγκλημα

Η βία κατά των γυναικών εμφανίζεται με διάφορες μορφές από την λεκτική προσβολή μέχρι την ψυχολογική και σωματική βία, τον βιασμό έως την γυναικοκτονία που αποτελεί την πιο ακραία μορφή έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας και είναι αδιαμφισβήτητα μάστιγα της εποχής μας σε παγκόσμιο επίπεδο.

Σοκαριστικά τα επίσημα στοιχεία του ΟΗΕ ανά ήπειρο για τις γυναικοκτονίες αλλά και τα στατιστικά στοιχεία για τα περιστατικά άσκησης οποιασδήποτε μορφής ενδοοικογενειακής και έμφυλης βίας κατά των γυναικών στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα, γεγονός που καταδεικνύει την επιτακτική ανάγκη για την επίλυση του τραγικού φαινομένου.

Στο παρόν άρθρο θα εστιάσω στην ενδοοικογενειακή βία κατά των Γυναικών καθώς κατά συντριπτική πλειοψηφία παγκοσμίως αλλά και στην χώρα μας, θύμα της ενδοοικογενειακής βίας είναι η γυναίκα.

Το φαινόμενο της ενδοοικογενειακής βίας κοινωνικά εκδηλώνεται πρωτίστως σε βάρος των γυναικών παραβιάζοντας ευθέως την αναγνωρισμένη από το Σύνταγμα αρχή της ισότητας των φύλων (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) με αποτέλεσμα να παρακωλύεται καθοριστικά και σε κάθε περίπτωση αρνητικά η ελεύθερη ανάπτυξη της γυναικείας προσωπικότητας.

Στατιστικά ποσοστό περίπου 70% των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας στη χώρα μας είναι γυναίκες!

Δυστυχώς πρόκειται ως επί το πλείστον για ένα «αόρατο έγκλημα» και τούτο διότι μεταξύ της διαπιστωμένης και καταγγελμένης από το θύμα – γυναίκα ενδοοικογενειακής βίας – πραγματικότητας, παρεμβάλλεται η αφανής εγκληματικότητα η οποία οφείλεται κατ’ αρχήν στην μη καταγγελία των περιστατικών από τα ίδια τα θύματα.

Η καταστολή της ενδοοικογενειακής βίας κατά των γυναικών, η οποία ναρκοθετεί τα θεμέλια του υγιούς οικογενειακού βίου είναι βασική προϋπόθεση της ύπαρξης του θεσμού της οικογένειας ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους!

Όμως τι εστί ενδοοικογενειακή βία κατά των Γυναικών (συζύγων και συντρόφων) και ποιοί είναι οι δράστες;;

Ενδοοικογενειακή βία αποτελεί η εγκληματική συμπεριφορά από πλευράς του δράστη, η οποία εκδηλώνεται με πράξη είτε παράλειψη διαφορετικής ποινικής βαρύτητας, ήτοι: λεκτική, σωματική, ψυχολογική, σεξουαλική, βία διά της παραμελήσεως, ήτοι έλλειψη φροντίδας, στέρηση ιατρικής περίθαλψης, ή εκπαίδευσης, οικονομική και εκβιαστική συμπεριφορά του δράστη προς το θύμα.

Ανάλογος είναι και ο ορισμός στο άρθρο 3, εδάφιο β’ της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης που κυρώθηκε το έτος 1999.

Η ψυχολογική βία περιλαμβάνει συμπεριφορά όπως υψηλές φωνές, εξύβριση, απειλή, εκφοβισμό, λεκτικές προσβολές, μείωση της αξιοπρέπειας και της αυτοεκτίμησης του ατόμου.

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ 

Όπως ορίζει ο Ν. 3500/2006 άρθρο 1 «ενδοοικογενειακή βία» θεωρείται η τέλεση αξιόποινης πράξης σε βάρος μέλους της οικογένειας σύμφωνα με τα άρθρα 6,7,8 και 9 του ως άνω νόμου ήτοι αξιόποινες πράξεις όπως η ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη  (άρθρο 6) που προσβάλλει την σωματική ακεραιότητα και υγεία, η ενδοοικογενειακή παράνομη βία και απειλή (άρθρο 7) που προσβάλλει την προσωπική ελευθερία,ο βιασμός και η κατάχρηση σε ασέλγεια όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 4619/2019 (άρθρο 8) που προσβάλλει τη γενετήσια ελευθερία, η ενδοοικογενειακή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρο 9) αλλά και τα άρθρα 299 ανθρωποκτονία με δόλο και (311 ΠΚ) θανατηφόρα σωματική βλάβη.

Ως «Οικογένεια ή κοινότητα» νοείται η κοινωνική μονάδα που αποτελείται από συζύγους ή πρόσωπα που συνδέονται με σύμφωνο συμβίωσης ή γονείς ή συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους. Ν. 4531/2018 στο άρθρο 3 παρ.2 που τροποποίησε τον Ν. 3500/2006)

Με τις τελευταίες τροποποιήσεις του νέου Ποινικού Κώδικα στον Ν. 4617/2019 στο άρθρο 312 τυποποιείται η σωματική βλάβη αδύναμων ατόμων και καταλαμβάνει πλέον όλες τις «πράξεις σωματικής βλάβης που στρέφονται κατά αδύναμων ατόμων» εφόσον βρίσκονται υπό την επιμέλεια ή τη προστασία του δράστη ή έχουν μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας.

Όμως η παράγραφος 2 του άρθρου 312 νέου Π.Κ. οριοθετεί και ρυθμίζει πλέον την ποινική κύρωση όταν οι παραπάνω πράξεις τελούνται σε βάρος της συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου ή σε βάρος της συντρόφου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης χωρίς φυσικά στη περίπτωση αυτή να πρέπει το θύμα να αποδείξει την αδύναμη θέση του. Άλλωστε η τέλεση των ως άνω πράξεων σε βάρος εγκύου συνιστά και επιβαρυντική περίσταση.

Κατά την άποψη της γράφουσας όπως σωστά έχει επισημάνει και ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Χ. Σεβαστίδης στις «Σημειώσεις για το νέο Ποινικό Κώδικα» οι νέες διατάξεις που περιέρχονται στο άρθρο 312 ΠΚ καλύπτουν ορισμένες μορφές εμφάνισης της ενδοοικογενειακής βίας. Εν όψει και του σκοπού της νέας αυτής διάταξης όπως αποτυπώθηκε και στην αιτιολογική έκθεση του νέου Π.Κ. θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι το νέο άρθρο 312 ΠΚ υπερισχύει των διατάξεων του Νόμου 3500/2006, ό οποίος εμφανίζεται μόνο για όσα θύματα ενδοοικογενειακής βίας δεν καλύπτονται από το άρθρο 312 Π.Κ. ή για όσες συμπεριφορές δεν καλύπτονται από αυτόν.

Σε σχέση με τις δικονομικές διατάξεις του Ν. 3500/2006 θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι εφαρμόζονται για όλες τις εγκληματικές πράξεις που περιγράφονται στο Ν. 3500/2006 ακόμα κι αν για κάποιες από αυτές η ποινική κύρωση είναι εκείνη του άρθρου 312 ΠΚ.

Επομένως η νεά διάταξη (312 ΠΚ) αφενός δεν καταργεί το προγενέστερο νόμο αλλά ως ειδικότερη υπερισχύει έναντι αυτού!!

Στην νέα διάταξη απειλούνται «αυξημένες ποινές» για όλες τις μορφές της σωματικής βλάβης όταν τελούνται κατά των αδύναμων προσώπων που αναφέρθηκαν πιο πάνω (απλή, επικίνδυνη, βαριά, θανατηφόρα) χωρίς να θεωρείται πλέον αναγκαία η «διαπίστωση συνεχούς σκληρής συμπεριφοράς».

Ειδικότερα και σύμφωνα με το άρθρο 312 νέου Π.Κ. όποιος προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε ανήλικο ή πρόσωπο που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται «υπό την επιμέλεια η την προστασία του δράστη» βάσει νόμου δικαστικής απόφασης η πραγματικής κατάστασης τιμωρείται ως εξής : η σωματική βλάβη (308 παρ. 1 εδ α ΠΚ) τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, η επικίνδυνη σωματική βλάβη (309 ΠΚ) με φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών, η βαριά σωματική βλάβη (310 παρ.1 εδ α ΠΚ) με φυλάκιση τουλάχιστον 3 ετών, και αν επεδίωκε την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης με κάθειρξη ενώ η θανατηφόρα σωματική βλάβη (311 ΠΚ) με κάθειρξη.

Καταργείται η κακόβουλη παραμέληση των υποχρεώσεων ως αυτοτελής τρόπος τέλεσης του εγκλήματος και το έγκλημα μπορεί να τελεστεί  με παράλειψη εφόσον υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση δράσης.

Σύμφωνα με το άρθρο 312 παρ. 2 οι ίδιες ποινές επιβάλλονται όταν η πράξη τελείται «σε βάρος συζύγου» κατά τη διάρκεια του γάμου ή «σε βάρος συντρόφου» κατά τη διάρκειας της συμβίωσης.

Επιπλέον η εν λόγω διάταξη της παραγράφου 2 είναι η απόλυτη πανηγυρική έκφραση της αρχής ισότητας των φύλων, διότι αφενός και οι δύο σύζυγοι πλέον άνδρας είτε γυναίκα μπορούν να καταγγείλουν στο πλαίσιο της οικογένειας ή της συμβιώσεως την περίπτωση βιαιοπραγίας, τόσο η σύζυγος/σύντροφος όπως και ο σύζυγος/σύντροφος!

ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Το θύμα – γυναίκα το οποίο υπάγεται στο αδίκημα του άρθρου 312 παρ.2 ΠΚ καλύπτεται από τις δικονομικές προδιαγραφές και την προβλεπόμενη δικονομική διαδικασία που περιγράφεται στο Νόμο 3500/2006.

Συνεπώς κατά την επιταγή του άρθρου 17 για τα εγκλήματα των άρθρων 6,7,8,9 η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως και δεν χρειάζεται έγκληση ενώ εφαρμόζεται η αυτόφωρη διαδικασία και δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου (άρθρο 28 παρ.1 Ν. 4055/2012).

Στο άρθρο 18 ρυθμίζονται τα σχετικά με τους περιοριστικούς όρους όπως απαγόρευση του δράστη να προσεγγίζει τους χώρους κατοικίας ή και εργασίας του θύματος, κατοικίες στενών συγγενών του, τα εκπαιδευτήρια των παιδιών και ξενώνες φιλοξενίας.

Αντίστοιχα η αστικής δικονομικής φύσεως διάταξη του ν.3500/2006, στο άρθρο 15, προβλέπει την περίπτωση της προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης με ασφαλιστικά μέτρα (ενδεικτικά απομάκρυνση από συζυγική εστία, μετοίκηση απαγόρευση προσέγγισης κατοικίας κ.α.

Τέλος στο Άρθρο 22 του Ν. 3500/2006 προβλέπεται το ευεργέτημα της πενίας στα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, τα οποία ζητούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων με μόνη την απόδειξη του περιστατικού βίας, αν αδυνατούν να καταβάλουν, έστω και προσωρινά, τις απαιτούμενες δικαστικές δαπάνες.

ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ ΩΣ ΕΚΦΑΝΣΗ ΣΥΜΦΙΛΙΩΤΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Ο θεσμός της ποινικής διαμεσολάβησης αποτελεί βασική έκφανση της συμφιλιωτικής δικαιοσύνης που κατατείνει στη συνδιαλλαγή δράστη και θύματος και λειτουργεί ως μια εναλλακτική προς τη διεξαγωγή της ποινικής δίκης διαδικασία.

Πρόκειται για μια διαδικασία που ορίσθηκε στο άρθρο 11 του Ν. 3500/2006 και ισχύει μέχρι σήμερα και κινείται συνήθως από τον Εισαγγελέα ενδοοικογενειακής βίας  μόνον εφόσον τα εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας έχουν πλημμεληματικό χαρακτήρα.

Με την διαδικασία αυτή αφενός διευκολύνεται το θύμα να αναζητήσει βοήθεια από την πολιτεία και παράλληλα η σχετική καταγγελία του που έχει προηγηθεί οδηγεί στην σταδιακή απεμπλοκή θύματος και θύτη από την ποινική διαδικασία.

Ενόσω διαρκεί η διαδικασία ποινικής διαμεσολάβησης μετά την υποβολή της καταγγελίας, τελεί σε εκκρεμοδικία η πράξη στην οποία αυτή αφορά σχετικά με την άσκηση ποινικής δίωξης και την έναρξη της παραγραφής.

Στόχος είναι η κατά το δυνατόν επανόρθωση από τους δράστες της βλάβης που υπέστησαν τα θύματα, η συνειδητοποίηση των συνεπειών και του σωματικού είτε ψυχικού πόνου που προκάλεσαν στα θύματα, η μεταξύ των συμφιλίωση η επανένταξη του δράστη και επανακοινωνικοποίησή του, χωρίς ταυτόχρονα να παράγεται τεκμήριο για την ενοχή του σε σχέση με την πράξη.

Προϋπόθεση η υποβολή ανεπιφύλακτης δήλωσης εκ μέρους του φερόμενου ως δράστη ότι είναι πρόθυμος σωρευτικά: α) να υποσχεθεί ότι δεν θα τελέσει στο μέλλον οποιαδήποτε πράξη ενδοοικογενειακής βίας (λόγος τιμής) και ότι, σε περίπτωση συνοίκησης, δέχεται να μείνει εκτός οικογενειακής κατοικίας για εύλογο χρονικό διάστημα, εάν το προτείνει το θύμα. β) ότι θα παρακολουθήσει ειδικό συμβουλευτικό – θεραπευτικό πρόγραμμα, γ) ότι θα άρει ή θα αποκαταστήσει, εφόσον είναι δυνατόν, αμέσως τις συνέπειες που προκλήθηκαν από την πράξη και θα καταβάλει εύλογη χρηματική ικανοποίηση στην παθούσα.

Η συμφωνία των διαδίκων για την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης ισχύει ως συμβιβασμός ως προς τις χρηματικές αξιώσεις από το έγκλημα της ενδοοικογενειακής βίας. Αν μέσα σε μία τριέτία από την αρχειοθέτηση της υπόθεσης με διάταξη Εισαγγελέα ο φερόμενος ως δράστης δεν συμμορφωθεί στους όρους της συμφωνίας τότε αυτή μπορεί να ανατραπεί με πρωτοβουλία του θύματος!! Άρα έγκειται στην δυναμική του θύματος να καταγγείλει εκ νέου το βίαιο περιστατικό.

Μετά την παρέλευση της τριετίας η συμφωνία δεν μπορεί να ανατραπεί.

Η συμφωνία του παθόντος συζύγου δεν εμποδίζει την άσκηση διαζυγίου ή την υποβολή αίτησης συναινετικής λύσης γάμου.

Άξιο αναφοράς είναι ότι ο θεσμός της ποινικής διαμεσολάβησης δεν προβλέπεται για αδικήματα τα οποία δεν εμπίπτουν στο νόμο οπότε για αυτά διενεργείται παράλληλη ξεχωριστή ποινική διαδικασία.

ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΦΑΝΟΥΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Η ενδοοικογενειακή βία καλύπτεται συνήθως από μια υψηλή αφανή δομή επείδη είναι δυσχερής η επισήμανση της και η αντίστοιχη καταγραφή της.

Η δυσχέρανση των κοινωνικών οργάνων αλλά και του κρατικού μηχανισμού στην πρόσβαση στις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας οφείλεται στην συνταγματική κατοχύρωση του οικιακού ασύλου αλλά συχνότερα στην απροθυμία των γυναικών να προβούν σε καταγγελία της προκείμενης θυματοποίησης τους στους επιγενόμενους συμβιβασμούς και στις ανακλήσεις των αναφερόμενων στις αρχές περί διαπράξεως οικογενειακών βιαιοτήτων.

Η άμεση και αποτελεσματική αντίδραση της γυναίκας θύματος που βρίσκει το θάρρος να σπάσει τη σιωπή της, θα οδηγήσει στην κοινοποίηση του συμβάντος σε δικηγόρο είτε αστυνομία οπότε θα ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία .

Η αλήθεια είναι όμως ότι η ποινική αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας στην πράξη για τις γυναίκες έχει εξ όρισμού τεράστια δυσκολία. Όταν μεσολαβεί αρκετό διάστημα μεταξύ συμβάντος και ακροαματικής διαδικασίας έχει ως αποτέλεσμα αρκετές φορές την επικοινωνία μεταξύ θύτη και οικογένειας του θύτη και θύματος και οικογένειας του θύματος οπότε το θύμα μπορεί να αποσύρει την καταγγελία του.

Ο εν λόγω κατηγορούμενος εφόσον δεν έχει ακολουθηθεί η διαδικασία της ποινικής συνδιαλλαγής, συχνότατα στο μεταβατικό διάστημα μεταξύ καταγγελίας και ακροατηρίου, προφασίζεται διάφορες δικαιολογίες και επιχειρήματα εκβιάζει με έμμεσους τρόπους το θύμα επικαλούμενος συχνά το παιδί, την κοινωνία, την οικονομική εξάρτηση της γυναίκας.. συχνές οι δικαιολογίες ότι το εν λόγω αδίκημα δεν θα επαναληφθεί στο μέλλον ότι αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό ότι επήλθε η μετάνοια.

Μολονότι ο ρυθμιστικός της ενδοοικογενειακής βίας Νόμος προσπάθησε να αντιμετωπίσει την δυσκολία της καταγγελίας και αναφοράς της γυναίκας σημαντικό ρόλο διαδραματίζει το ενυπάρχον πλέγμα συγγενικών σχέσεων που αποτρέπει τη γυναίκα – θύμα να εμπλέξει το σύζυγο της, προκειμένου να αποτραπεί ο στιγματισμός ολόκληρης της οικογένειας και η διαπόμπευση του. Το τραγικό αυτό φαινόμενο της εγκληματικής ανοχής της βίας παρουσιάζεται συνήθως στις μικρές κοινωνίες.

Οι γυναίκες-θύματα χρησιμοποιούν διάφορες τακτικές απόκρουσης βιαιοπραγιών όπως η αποφυγή εμπλοκής, η συγχώρεση, η λήθη…

Η καθυστέρηση και ματαίωση της ποινικής διαδικασίας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην θυματοποίηση και την εξαθλίωση της ψυχολογίας της γυναίκας  στην έλλειψη αυτοπεποίθησης και στην ανασφάλεια ενώ τα τραύματα της ψυχής που δεν είναι εμφανή, καθίστανται βαθύτερα, μακρόχρονα και συνήθως ανεξίτηλα.

Αποτέλεσμα το φαινόμενο της «αφανούς εγκληματικότητας» του λεγόμενου «αόρατου εγκλήματος», ως απόρροια της μη καταγγελίας της εγκληματικής πράξης.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ – ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι ιδιωτική υπόθεση αλλά σοβαρή κοινωνική παθογένεια και παραβιάζει ατομικές ελευθερίες κυρίως γυναικών.

Διερωτώμαι πως είναι δυνατόν εν έτη 2019 να έχουμε τόσα πολλά κρούσματα ενδοοικογενειακής βίας και αν οι κρατικοί και εθελοντικοί μηχανισμοί είναι επαρκείς σε επίπεδο πρόληψης και καταστολής. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πρόσφατο συνέδριο η πρωήν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου, ανέφερε την φράση «όταν μια γυναίκα κακοποιείται γεννιέται ένας ανήλικος παραβάτης. Όταν ένα παιδί κακοποιείται πεθαίνει ο πολιτισμός». Η βία απ’ όποιον και αν προέρχεται, όποια μορφή κι αν παίρνει αποτελεί αγκάθι του πολιτισμού μας και ο πολιτισμός ως γνωστόν είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας μας.

Δεν χωρά αμφιβολία ότι τόσο ο Νόμος του 2006 με τις τροποποιήσεις του, οι τελευταίες τροποποιήσεις του άρθρου 312 του Νέου Ποινικού Κώδικα με τις επαυξημένες ποινές, οι δράσεις της Ελληνικής Αστυνομίας με την δημιουργία υπηρεσιών σε όλη την Επικράτεια για την εξάλειψη και καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας των γυναικών, ο εθελοντισμός και κοινωνικός προγραμματισμός όλα τα ανωτέρα νήματα ως ενδείξεις πολιτισμού και κράτους δικαίου, κινούνται στη σωστή κατεύθυνση.

Ναι μεν οι Νόμοι τιμωρούν τον κατηγορούμενο και λειτουργούν αποτρεπτικά, όμως στην ουσία του, το εν λόγω αδίκημα αποτυπώνει την πολιτισμική διάσταση μιας κοινωνίας και μιας χώρας και ως εκ τούτου η εξάλειψη του δεν μπορεί να επιτευχθεί ποτέ δια της τιμωρίας του ως αδίκημα, αλλά δια της ευρύτερης έννοιας της παιδείας του λαού που αποκλείει στην πραγματικότητα την διάπραξη του αδικήματος.

Η λύση κατά την άποψη της γράφουσας που θα αντιμετωπίσει σε βάθος χρόνου και πρωτογενώς «το αόρατο έγκλημα της βίας κατά των γυναικών» που δεν είναι άλλο παρά ένα «αδίκημα πολιτισμού», κρύβεται στις λέξεις «παιδεία» «μάθηση» και «μόρφωση».

Η δύναμη της εκπαίδευσης και η ποιότητα στη μόρφωση θα περάσει το μήνυμα, «μηδενική ανοχή στη βία», «σεβασμός και αγάπη προς τον πλησίον».

lawandorder.gr